Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Soreness
01
πόνος, ευαισθησία
a physical sensation of pain or tenderness, often felt when the affected area is touched or used
Παραδείγματα
The soreness in his back was a reminder of the heavy lifting he had done the day before.
Ο πόνος στην πλάτη του ήταν μια υπενθύμιση της βαριάς ανύψωσης που είχε κάνει την προηγούμενη μέρα.
02
πόνος, θλίψη
a state of mental discomfort or emotional distress
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sorenesses
Παραδείγματα
The soreness of unfulfilled dreams weighed heavily on her spirit.
Ο πόνος των απραγματοποίητων ονείρων ζύγιζε βαριά στο πνεύμα της.
Λεξικό Δέντρο
soreness
sore



























