Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Sorehead
01
γκρινιάρης, δυσαρεστημένος
someone who is peevish or disgruntled
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
soreheads
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
γκρινιάρης, δυσαρεστημένος