sorehead
sore
ˈsɔ:
saw
head
hɛd
hed
softheadsourhead

Ορισμός και σημασία του "sorehead"στα αγγλικά

01

γκρινιάρης, δυσαρεστημένος

someone who is peevish or disgruntled 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
soreheads
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store