sorceress
sor
ˈsɔ:
saw
ce
sə
sē
ress
rɪs
ris
sorcerous

Ορισμός και σημασία του "sorceress"στα αγγλικά

01

μάγισσα, γόησσα

a fictional woman who has magic powers 
sorceress definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
sorceresses
αρσενικό ενικό
sorcerer
θηλυκό ενικό
sorceress
neutral form
magic-user
Παραδείγματα
The sorceress cast a powerful spell to protect the village from harm. 

Η μάγισσα έριξε ένα ισχυρό ξόρκι για να προστατεύσει το χωριό από το κακό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store