Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Sorceress
01
μάγισσα, γόησσα
a fictional woman who has magic powers
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sorceresses
Παραδείγματα
The kingdom feared the sorceress because of her dark and mysterious powers.
Το βασίλειο φοβόταν τη μάγισσα λόγω των σκοτεινών και μυστηριωδών δυνάμεών της.



























