soprano
sop
ˈsəp
sēp
ra
rɑ:
raa
no
nəʊ
new
sopranino

Ορισμός και σημασία του "soprano"στα αγγλικά

01

σοπράνο

a female or young male singer with a singing voice that has the highest range 
soprano definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sopranos
Παραδείγματα
The soprano captivated the audience with her clear, high notes that resonated throughout the concert hall. 

Η σοπράνο γοήτευσε το κοινό με τις καθαρές, υψηλές νότες της που αντηχούσαν σε όλη την αίθουσα συναυλιών.

02

σοπράνο

the highest vocal range for a female singer 
Παραδείγματα
The soprano effortlessly reached soaring heights, filling the concert hall with its crystalline tones. 

Η σοπράνο έφτασε χωρίς κόπο σε εξαιρετικά ύψη, γεμίζοντας την αίθουσα συναυλιών με τους κρυστάλλινους τόνους της.

03

σοπράνο, φωνή σοπράνο

the highest female voice; the voice of a boy before puberty 
01

σοπράνο, υψηλός

having or denoting a high range 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most soprano
συγκριτικός βαθμός
more soprano
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store