sonny
so
ˈsə
σα
nny
ni
νι
/sˈʌni/

Ορισμός και σημασία του "sonny"στα αγγλικά

01

γιε μου, αγόρι

a male child (a familiar term of address to a boy)
sonny definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sonnies
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store