bellicosity
be
ˌbɛ
be
lli
li
co
ˈkɒ
ko
si
si
ty
ti
ti

Ορισμός και σημασία του "bellicosity"στα αγγλικά

01

πολεμοχαρία, επιθετικότητα

the desire to start an argument, fight, or war 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store