somnolent
Pronunciation
/ˈsɑmnəɫənt/

Ορισμός και σημασία του "somnolent"στα αγγλικά

01

νυσταγμένος, υπνηλός

feeling sleepy as a result of exhaustion or drug consumption
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most somnolent
συγκριτικός βαθμός
more somnolent
διαβαθμίσιμο

Λεξικό Δέντρο

somnolently
somnolent
somnol
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store