solvency
sol
ˈsɒl
sol
ven
vən
vēn
cy
si
si

Ορισμός και σημασία του "solvency"στα αγγλικά

01

φερεγγυότητα, ικανότητα αποπληρωμής

the ability of an entity to meet its long-term financial obligations 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

insolvency
solvency
solve
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store