Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Solidarity
01
αλληλεγγύη
the support given by the members of a group to each other because of sharing the same opinions, feelings, goals, etc.
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The workers stood together in solidarity to demand fair wages and better working conditions.
Οι εργαζόμενοι στέκονταν μαζί σε αλληλεγγύη για να απαιτήσουν δίκαιους μισθούς και καλύτερες συνθήκες εργασίας.



























