Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bell pepper
01
πιπεριά, γλυκιά πιπεριά
a small hollow fruit, typically red or green, etc., used in cooking or eaten raw
Dialect
American
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bell peppers
Παραδείγματα
Bell peppers are rich in vitamin C and add a sweet flavor to dishes.
Οι πιπεριές είναι πλούσιες σε βιταμίνη C και προσθέτουν μια γλυκιά γεύση στα πιάτα.



























