Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
soiled
01
βρώμικος, λεκιασμένος
made dirty or stained with material such as dirt, grime, or other substances
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most soiled
συγκριτικός βαθμός
more soiled
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
cleanliness, textiles, hygiene
Παραδείγματα
The soiled clothes needed to be washed after playing outside.
Τα βρώμικα ρούχα έπρεπε να πλυθούν μετά το παιχνίδι έξω.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
unsoiled
soiled
soil



























