Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Softball
01
softball, ένα παιχνίδι παρόμοιο με το μπέιζμπολ αλλά σε μικρότερο γήπεδο στο οποίο οι παίκτες χρησιμοποιούν μια μεγαλύτερη και πιο μαλακή μπάλα
a game similar to baseball but on a smaller field in which players use a larger and softer ball
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
softballs
02
μπάλα του σόφτμπολ, σόφτμπολ μπάλα
ball used in playing softball
LanGeek



























