soda
so
ˈsəʊ
sew
da
codatodapagodacestoda

Ορισμός και σημασία του "soda"στα αγγλικά

01

σόδα, αναψυκτικό

a sweet fizzy drink that is not alcoholic 
soda definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sodas
Παραδείγματα
She ordered a cold soda to quench her thirst after a long day of outdoor activities. 

Παρήγγειλε ένα κρύο σόδα για να καταπείει τη δίψα της μετά από μια μακρά ημέρα δραστηριοτήτων σε εξωτερικούς χώρους.

02

σόδα, ανθρακικό νάτριο

a sodium salt of carbonic acid; used in making soap powders and glass and paper 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store