Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Soda
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sodas
Παραδείγματα
She ordered a cold soda to quench her thirst after a long day of outdoor activities.
Παρήγγειλε ένα κρύο σόδα για να καταπείει τη δίψα της μετά από μια μακρά ημέρα δραστηριοτήτων σε εξωτερικούς χώρους.
02
σόδα, ανθρακικό νάτριο
a sodium salt of carbonic acid; used in making soap powders and glass and paper



























