sociolinguist
so
ˌsəʊ
sew
cio
siə
siē
ling
ˈlɪng
ling
uist
wɪst
vist

Ορισμός και σημασία του "sociolinguist"στα αγγλικά

01

κοινωνιογλωσσολόγος, ειδικός στην κοινωνιογλωσσολογία

a scholar who studies how society influences language use 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
sociolinguists
Παραδείγματα
The sociolinguist analyzed how accents change across different regions. 

Ο κοινωνιογλωσσολόγος ανέλυσε πώς οι προφορές αλλάζουν σε διαφορετικές περιοχές.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

sociolinguistic
sociolinguistics
sociolinguist
sociolingu
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store