Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sociable
01
κοινωνικός, φιλικός
possessing a friendly personality and willing to spend time with people
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most sociable
συγκριτικός βαθμός
more sociable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Jane is very sociable and enjoys engaging with large groups of people at parties and social events.
Η Jane είναι πολύ κοινωνική και απολαμβάνει να αλληλεπιδρά με μεγάλες ομάδες ανθρώπων σε πάρτι και κοινωνικές εκδηλώσεις.
02
κοινωνικός, φιλικός
(of an event, atmosphere, place, etc.) encouraging people to talk, interact, and spend time with each other
Παραδείγματα
The café had a sociable atmosphere, with patrons chatting and enjoying each other's company.
Το καφέ είχε μια κοινωνική ατμόσφαιρα, με τους πελάτες να συζητούν και να απολαμβάνουν η μια την παρέα της άλλης.
Sociable
01
πάρτι, κοινωνική συνάντηση
a party of people assembled to promote sociability and communal activity
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sociables
Λεξικό Δέντρο
dissociable
sociability
sociableness
sociable
social
soc



























