Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Sobriety
01
νηφαλιότητα, αποχή
not being under the influence of alcohol or drugs
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
After years of struggling with addiction, he finally achieved sobriety.
Μετά από χρόνια αγώνα με τον εθισμό, έφτασε επιτέλους στην νηφαλιότητα.
02
μετριοπάθεια, σωφροσύνη
the state of avoiding extreme behavior, indulgence, or excess, often involving moderation and self-control
Παραδείγματα
His sobriety in spending helped him save for the future.
Η σωφροσύνη του στις δαπάνες τον βοήθησε να αποταμιεύσει για το μέλλον.
03
νηφαλιότητα, σοβαρότητα
a serious, earnest, or dignified manner
Παραδείγματα
The ceremony was conducted with great sobriety.
Η τελετή διεξήχθη με μεγάλη σωφροσύνη.
Λεξικό Δέντρο
insobriety
sobriety



























