Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Snowboard
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
snowboards
Παραδείγματα
He wiped out on his snowboard during his first attempt down the mountain but quickly got back up and tried again.
Έπεσε από το snowboard του κατά την πρώτη του προσπάθεια να κατέβει το βουνό, αλλά σηκώθηκε γρήγορα και προσπάθησε ξανά.
to snowboard
01
κάνω σνοουμπόρντ, κατεβαίνω με σνοουμπόρντ
to slide down snow-covered slopes using a flat board with bindings attached to boots
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
snowboard
γ΄ ενικό πρόσωπο
snowboards
ενεστώτα μετοχή
snowboarding
απλός αόριστος
snowboarded
παθητική μετοχή
snowboarded
Παραδείγματα
Professional athletes showcase their skills as they snowboard in competitive events.
Οι επαγγελματίες αθλητές επιδεικνύουν τις ικανότητές τους ενώ κάνουν snowboard σε αγωνιστικές εκδηλώσεις.
Λεξικό Δέντρο
snowboard
snow
board



























