snow-capped
snow
snəʊ
snew
capped
kæpt
kāpt

Ορισμός και σημασία του "snow-capped"στα αγγλικά

snow-capped
01

χιονοσκέπαστος, καλυμμένος με χιόνι

(of mountains or other elevated features) having a covering of snow on its uppermost part or peak 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most snow-capped
συγκριτικός βαθμός
more snow-capped
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
mountains, geography, weather
Παραδείγματα
The snow-capped mountains looked majestic against the bright blue sky. 

Τα χιονισμένα βουνά φαίνονταν μεγαλοπρεπή έναντι του φωτεινού γαλάζιου ουρανού.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store