Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
snow-capped
01
χιονοσκέπαστος, καλυμμένος με χιόνι
(of mountains or other elevated features) having a covering of snow on its uppermost part or peak
Παραδείγματα
The expedition aimed to climb the highest snow-capped peak in the region.
Η αποστολή είχε ως στόχο να ανέβει την υψηλότερη χιονοσκεπή κορυφή της περιοχής.



























