snow-capped
Pronunciation
/snˈoʊkˈæpt/

Ορισμός και σημασία του "snow-capped"στα αγγλικά

snow-capped
01

χιονοσκέπαστος, καλυμμένος με χιόνι

(of mountains or other elevated features) having a covering of snow on its uppermost part or peak
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most snow-capped
συγκριτικός βαθμός
more snow-capped
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The expedition aimed to climb the highest snow-capped peak in the region.
Η αποστολή είχε ως στόχο να ανέβει την υψηλότερη χιονοσκεπή κορυφή της περιοχής.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store