Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Sneaker
01
αθλητικό παπούτσι, sneaker
a light, soft shoe with a rubber sole, worn for sports or casual occasions
Dialect
American
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sneakers
02
πληροφοριοδότης, κατάδότης
someone acting as an informer or decoy for the police
Λεξικό Δέντρο
sneaker
sneak



























