snapshot
snap
ˈsnæp
σναιπ
shot
ʃɒt
σοτ

Ορισμός και σημασία του "snapshot"στα αγγλικά

01

στιγμιότυπο, απλή φωτογραφία

a casual and informal photograph taken quickly and without much preparation or technical consideration 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
snapshots

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

snapshot

snap

+

shot

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store