Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Snapline
01
κονιορτοσχοινί, γραμμή κιμωλίας
a chalked string used in the building trades to make a straight line on a vertical surface
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
snaplines
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
snapline
snap
line



























