Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
On behalf of
01
εκ μέρους, προς όφελος
for someone's benefit (usually expressed as `in behalf' rather than `on behalf' and usually with a possessive)
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
εκ μέρους, προς όφελος