on behalf of
on
ɒn
on
be
bi
half
ˈhɑ:f
haaf
of
əv
ēv
on {one's} behalf

Ορισμός και σημασία του "on behalf of"στα αγγλικά

on behalf of
01

εκ μέρους, για λογαριασμό

used to indicate that someone is acting or speaking for another person or group 
συμφραστική σύναψη
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The lawyer spoke on behalf of her client during the court proceedings. 

Ο δικηγόρος μίλησε εκ μέρους του πελάτη της κατά τη διάρκεια της δικαστικής διαδικασίας.

01

εκ μέρους, προς όφελος

for someone's benefit (usually expressed as in behalf' rather than on behalf' and usually with a possessive) 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store