achromatic
ach
ˌeɪk
eik
ro
rəʊ
rew
ma
ˈmæ
mā
tic
tɪk
tik
achromicachromatinic

Ορισμός και σημασία του "achromatic"στα αγγλικά

achromatic
01

αχρωματικός, άχρωμος

lacking color or colorless 
achromatic definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most achromatic
συγκριτικός βαθμός
more achromatic
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
color, perception, optics

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

achromatic
achrom
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store