Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Smoothness
01
ομαλότητα, λειαντρία
a texture without roughness; smooth to the touch
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02
ομαλότητα, λείανση
the quality of having a level and even surface
03
ομαλότητα, λείανση
the quality of being free from errors or interruptions
04
ομαλότητα, απαλότητα
the quality of being bland and gracious or ingratiating in manner
05
ομαλότητα, ευφράδεια
powerful and effective language
Λεξικό Δέντρο
smoothness
smooth



























