Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Smoke
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Smoke rose from the chimney as the fire burned inside.
Ο καπνός ανέβαινε από την καμινάδα ενώ η φωτιά έκαιγε μέσα.
02
καπνός, κάπνισμα
the act of smoking tobacco or other substances
03
καπνός, ατμός
a hot vapor containing fine particles of carbon being produced by combustion
04
καπνός, ρίψη με μέγιστη ταχύτητα
(baseball) a pitch thrown with maximum velocity
05
τσιγάρο, πούρο
tobacco leaves that have been made into a cylinder
06
χόρτο, μαριχουάνα
street names for marijuana
07
καπνός, ένδειξη
an indication of some hidden activity
to smoke
01
καπνίζω
to breathe in and out the smoke of a cigarette, pipe, etc.
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
smoke
γ΄ ενικό πρόσωπο
smokes
ενεστώτα μετοχή
smoking
απλός αόριστος
smoked
παθητική μετοχή
smoked
Παραδείγματα
Despite the warnings, he continues to smoke.
Παρά τις προειδοποιήσεις, συνεχίζει να καπνίζει.
02
καπνίζω, εκπέμπω καπνό
emit a cloud of fine particles
03
καταστρέφω, συντρίβω
to decisively defeat, outmatch, or expose someone, often in a verbal or competitive context
αργκό
Παραδείγματα
He smoked his opponent in the chess match.
Συνέτριψε τον αντίπαλό του στον αγώνα σκακιού.
Λεξικό Δέντρο
smokeless
smoky
smoke



























