smallholding
small
ˈsmɔ:l
smawl
hol
həʊl
hewl
ding
dɪng
ding

Ορισμός και σημασία του "smallholding"στα αγγλικά

01

μικρή αγροτική εκμετάλλευση, μικρή αγροτική ιδιοκτησία

a piece of land under 50 acres that is sold or let to someone for cultivation 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
smallholdings
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store