small talk
small
smɔ:l
smawl
talk
tɔ:k
tawk

Ορισμός και σημασία του "small talk"στα αγγλικά

01

μικρές συζητήσεις, φλυαρία

brief and polite conversation about random subjects, often in a social setting 
small talk definition and meaning
ιδιωματισμός
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
During the reception, they engaged in small talk about the weather and local events. 

Κατά τη διάρκεια της υποδοχής, συζητούσαν για μικρές συζητήσεις σχετικά με τον καιρό και τις τοπικές εκδηλώσεις.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store