small-time
small
smɔ:l
σμολ
time
taɪm
ταιμ

Ορισμός και σημασία του "small-time"στα αγγλικά

small-time
01

ασήμαντος, αποτυχημένος

of little importance or success 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most small-time
συγκριτικός βαθμός
more small-time
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
importance, success, scale

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store