Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sluicing
01
χύνεται, ρέει σαν από υδατοφράκτη
pouring from or as if from a sluice
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most sluicing
συγκριτικός βαθμός
more sluicing
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
water, movement, action
Sluicing
01
προσωπική έλλειψη, κατασκευή με ελλειπτική ερωτηματική λέξη
a syntactic construction in which a question or a clause is reduced to a wh-phrase or a wh-word, leaving the rest of the sentence or the antecedent of the wh-phrase unpronounced but recoverable from the context
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific



























