sluicing
Pronunciation
/ˈsɫusɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "sluicing"στα αγγλικά

01

χύνεται, ρέει σαν από υδατοφράκτη

pouring from or as if from a sluice
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most sluicing
συγκριτικός βαθμός
more sluicing
διαβαθμίσιμο
01

προσωπική έλλειψη, κατασκευή με ελλειπτική ερωτηματική λέξη

a syntactic construction in which a question or a clause is reduced to a wh-phrase or a wh-word, leaving the rest of the sentence or the antecedent of the wh-phrase unpronounced but recoverable from the context
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο

Λεξικό Δέντρο

sluicing
sluice
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store