Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Beggary
01
επαιτεία, ζητιανιά
a solicitation for money or food (especially in the street by an apparently penniless person)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
beggaries
02
επαιτεία, κατάσταση επαιτούμενου
the state of being a beggar or mendicant
LanGeek



























