sluice
sluice
slus
sloos
slice

Ορισμός και σημασία του "sluice"στα αγγλικά

01

υδατοφράκτης, πύλη νερού

a channel or gate that is used to control or redirect the flow of water. It typically consists of a barrier that can be opened or closed to regulate the passage of water 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sluices
to sluice
01

ποτίζω με νερό από μια υδατοφράκτη, αρδεύω με νερό από μια υδατοφράκτη

irrigate with water from a sluice 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
sluice
γ΄ ενικό πρόσωπο
sluices
ενεστώτα μετοχή
sluicing
απλός αόριστος
sluiced
παθητική μετοχή
sluiced
02

χύνω σαν από υδατοφράκτη, ρίχνω σε ρεύματα

pour as if from a sluice 
03

περνώ μέσα από υδατοφράκτη, εκκενώνω μέσω υδατοφράκτη

draw through a sluice 
04

μεταφέρω μέσω υδατοφράκτη, στέλνω μέσω υδατοφράκτη

transport in or send down a sluice 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store