Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to slow down
01
επιβραδύνω, μειώνω την ταχύτητα
to move with a lower speed or rate of movement
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
down
βασικό ρήμα
slow
ενεστώτας
slow down
γ΄ ενικό πρόσωπο
slows down
ενεστώτα μετοχή
slowing down
απλός αόριστος
slowed down
παθητική μετοχή
slowed down
Παραδείγματα
In heavy traffic, it's common for vehicles to slow down and create congestion.
Σε βαριά κυκλοφορία, είναι σύνηθες τα οχήματα να επιβραδύνουν και να δημιουργούν συμφόρηση.
02
επιβραδύνω, μειώνω την ταχύτητα
to make something go at a slower speed or pace
Transitive: to slow down a process
Παραδείγματα
The manager decided to slow the production process down to address quality concerns.
Ο διαχειριστής αποφάσισε να επιβραδύνει τη διαδικασία παραγωγής για να αντιμετωπίσει ανησυχίες ποιότητας.
03
επιβραδύνω, απολαμβάνω τη ζωή
(of a person) to start taking things less seriously and try to enjoy life a bit more
Intransitive
Παραδείγματα
After years of stress, he decided to slow down and appreciate the simple joys of life.
Μετά από χρόνια άγχους, αποφάσισε να επιβραδύνει και να εκτιμήσει τις απλές χαρές της ζωής.



























