Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to slow down
[phrase form: slow]
01
επιβραδύνω, μειώνω την ταχύτητα
to move with a lower speed or rate of movement
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
down
βασικό ρήμα
slow
ενεστώτας
slow down
γ΄ ενικό πρόσωπο
slows down
ενεστώτα μετοχή
slowing down
απλός αόριστος
slowed down
παθητική μετοχή
slowed down
Παραδείγματα
The train started to slow down as it reached the station.
Το τρένο άρχισε να επιβραδύνει καθώς πλησίαζε τον σταθμό.
02
επιβραδύνω, μειώνω την ταχύτητα
to make something go at a slower speed or pace
Transitive: to slow down a process
Παραδείγματα
The rainstorm slowed down construction work on the building.
Η καταιγίδα επιβράδυνε τις εργασίες κατασκευής του κτιρίου.
03
επιβραδύνω, απολαμβάνω τη ζωή
(of a person) to start taking things less seriously and try to enjoy life a bit more
Intransitive
Παραδείγματα
The doctor advised him to slow down and prioritize rest to improve his overall health.
Ο γιατρός του συμβούλεψε να επιβραδύνει και να δίνει προτεραιότητα στην ξεκούραση για να βελτιώσει τη γενική του υγεία.



























