Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Slopshop
01
κατάστημα φθηνών ρούχων, κατάστημα έτοιμων ρούχων
a store where cheap, ready-made clothing is available for purchase
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
slopshops
Λεξικό Δέντρο
slopshop
slop
shop



























