slopshop
slop
ˈslɒp
slop
shop
ʃɒp
shop

Ορισμός και σημασία του "slopshop"στα αγγλικά

01

κατάστημα φθηνών ρούχων, κατάστημα έτοιμων ρούχων

a store where cheap, ready-made clothing is available for purchase 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
slopshops

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

slopshop

slop

+

shop

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store