sloppy
slo
ˈslɒ
slo
ppy
pi
pi
soppyslippy

Ορισμός και σημασία του "sloppy"στα αγγλικά

01

χαλαρός, άνετος

(of a piece of clothing) casual, loose, and not closely fitted 
sloppy definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
sloppiest
συγκριτικός βαθμός
sloppier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He wore a sloppy sweatshirt over his jeans. 

Φορούσε ένα ατημέλητο φούτερ πάνω από το τζιν του.

02

αποδιοργανωμένος, ατημέλητος

done with little attention to detail or precision 
sloppy definition and meaning
Παραδείγματα
The report was sloppy, with several factual errors and inconsistent formatting. 

Η αναφορά ήταν απρόσεκτη, με πολλά πραγματικά λάθη και ασυνεπή μορφοποίηση.

03

λασπωμένος, υγρός και μαλακός

(of soil or ground) soft, wet, and easily disturbed 
sloppy definition and meaning
Παραδείγματα
After the heavy rain, the garden paths were sloppy and muddy. 

Μετά τη βροχή, τα μονοπάτια του κήπου ήταν λασπωμένα και λασπωμένα.

04

υπερβολικά συναισθηματικός, δακρύβρεχτος

excessively sentimental or emotionally unrestrained 
Παραδείγματα
He became sloppy when talking about his childhood memories. 

Έγινε συναισθηματικός όταν μιλούσε για τις αναμνήσεις της παιδικής του ηλικίας.

05

λεκιασμένος, βρώμικος

covered with spilled liquid or other moist material 
Παραδείγματα
He wiped his hands on the sloppy table after spilling juice. 

Σκούπισε τα χέρια του στο βρεγμένο τραπέζι αφού χύθηκε ο χυμός.

06

μεθυσμένος τελείως, εντελώς μεθυσμένος

extremely intoxicated, often appearing clumsy, unsteady, or lacking coordination 
Παραδείγματα
He got so sloppy last night, he couldn't even stand up. 

Έγινε τόσο μεθυσμένος χθες το βράδυ, που δεν μπορούσε καν να σταθεί.

Λεξικό Δέντρο

sloppily
sloppiness
sloppy
slop
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store