Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sloppy
01
χαλαρός, άνετος
(of a piece of clothing) casual, loose, and not closely fitted
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
sloppiest
συγκριτικός βαθμός
sloppier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He wore a sloppy sweatshirt over his jeans.
Φορούσε ένα ατημέλητο φούτερ πάνω από το τζιν του.
02
αποδιοργανωμένος, ατημέλητος
done with little attention to detail or precision
Παραδείγματα
The report was sloppy, with several factual errors and inconsistent formatting.
Η αναφορά ήταν απρόσεκτη, με πολλά πραγματικά λάθη και ασυνεπή μορφοποίηση.
03
λασπωμένος, υγρός και μαλακός
(of soil or ground) soft, wet, and easily disturbed
Παραδείγματα
After the heavy rain, the garden paths were sloppy and muddy.
Μετά τη βροχή, τα μονοπάτια του κήπου ήταν λασπωμένα και λασπωμένα.
04
υπερβολικά συναισθηματικός, δακρύβρεχτος
excessively sentimental or emotionally unrestrained
Παραδείγματα
He became sloppy when talking about his childhood memories.
Έγινε συναισθηματικός όταν μιλούσε για τις αναμνήσεις της παιδικής του ηλικίας.
05
λεκιασμένος, βρώμικος
covered with spilled liquid or other moist material
Παραδείγματα
He wiped his hands on the sloppy table after spilling juice.
Σκούπισε τα χέρια του στο βρεγμένο τραπέζι αφού χύθηκε ο χυμός.
06
μεθυσμένος τελείως, εντελώς μεθυσμένος
extremely intoxicated, often appearing clumsy, unsteady, or lacking coordination
Παραδείγματα
He got so sloppy last night, he couldn't even stand up.
Έγινε τόσο μεθυσμένος χθες το βράδυ, που δεν μπορούσε καν να σταθεί.
Λεξικό Δέντρο
sloppily
sloppiness
sloppy
slop



























