Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Sloping trough
01
κλιμακωτή αυλάκωση, κλιμακωτή διώρυγα
sloping channel through which things can descend
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sloping troughs



























