Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to slop
01
περπατώ στη λάσπη, βαδίζω μέσα στη λάσπη
walk through mud or mire
02
χύνω, ξεχειλίζω
cause or allow (a liquid substance) to run or flow from a container
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
slop
γ΄ ενικό πρόσωπο
slops
ενεστώτα μετοχή
slopping
απλός αόριστος
slopped
παθητική μετοχή
slopped
03
νεκρώνω, υποφέρω από νέκρωση ιστών
suffering from tissue death
04
ταΐζω τα γουρούνια, δίνω φαγητό στα γουρούνια
feed pigs
05
χύνω αδέξια, πηδώ αδέξια
ladle clumsily
Slop
01
βαθύς μαλακός βούρκος, λάσπη
deep soft mud in water or slush
02
υγρή τροφή, τροφή για χοίρους
wet feed (especially for pigs) consisting of mostly kitchen waste mixed with water or skimmed or sour milk
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
03
υπερβολικά γλυκιά και συναισθηματική γραφή ή μουσική, συναισθηματισμός
writing or music that is excessively sweet and sentimental
04
αποτσίγαρο, χυλός
unappetizing and poorly prepared food, often in a liquid or semi-liquid form
αργκό
Παραδείγματα
The inmates complained about the slop served for lunch.
Οι κρατούμενοι παραπονέθηκαν για το άνοστο φαγητό που σερβιρίστηκε για το γεύμα.
05
λυμάτα, βρόμικα νερά
(usually plural) waste water from a kitchen or bathroom or chamber pot that has to be emptied by hand
06
χαμηλής ποιότητας περιεχόμενο ΤΝ, σκουπίδια ΤΝ
unwanted or low-quality AI-generated content
αργκό
Παραδείγματα
The forum is full of AI slop no one asked for.
Το φόρουμ είναι γεμάτο σκουπίδια τεχνητής νοημοσύνης που κανείς δεν ζήτησε.
07
βρωμιάρης, αχρείος
a person considered filthy, disgusting, or contemptible
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
Παραδείγματα
That slop left garbage in the street.
Αυτό το σκουπίδι άφησε σκουπίδια στο δρόμο.
Λεξικό Δέντρο
sloped
sloping
slopped
slop



























