Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to slither
01
γλιστράω, σέρνομαι
to move smoothly and quietly, like a snake
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
slither
γ΄ ενικό πρόσωπο
slithers
ενεστώτα μετοχή
slithering
απλός αόριστος
slithered
παθητική μετοχή
slithered
Παραδείγματα
The snake silently slithered through the grass.
Το φίδι γλίστρησε σιωπηλά μέσα από το γρασίδι.
02
γλιστράω, ελίσσομαι
to slide in a twisting or wavy manner
Intransitive
Παραδείγματα
The tire slithered on the icy road, making it difficult to maintain control.
Το ελαστικό γλίστρησε στον παγωμένο δρόμο, κάνοντας δύσκολη την διατήρηση του ελέγχου.



























