slipway
Pronunciation
/slˈɪpweɪ/

Ορισμός και σημασία του "slipway"στα αγγλικά

01

αποβάθρα, κλίση εκτόξευσης

a sloping structure by the edge of a body of water, used for launching or retrieving boats and ships
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
slipways
Παραδείγματα
The shipyard built a longer slipway to accommodate larger vessels.
Το ναυπηγείο κατασκεύασε ένα μακρύτερο απόβατρο για να φιλοξενήσει μεγαλύτερα πλοία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store