slipper
sli
ˈslɪ
sli
pper
slapperskippershippersipper

Ορισμός και σημασία του "slipper"στα αγγλικά

01

παντόφλα, σαγιονάρα

soft and comfortable footwear worn indoors 
slipper definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
slippers
02

άτομο που γλιστρά, γλιστρών

a person who slips or slides because of loss of traction 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store