to slip up
slip
slɪp
slip
up
ʌp
ap

Ορισμός και σημασία του "slip up"στα αγγλικά

to slip up
01

κάνω λάθος, σφάλλω

to make a mistake 
Intransitive
to slip up definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up
βασικό ρήμα
slip
ενεστώτας
slip up
γ΄ ενικό πρόσωπο
slips up
ενεστώτα μετοχή
slipping up
απλός αόριστος
slipped up
παθητική μετοχή
slipped up
Παραδείγματα
He didn't mean to insult her, but he slipped up and said something unintentionally hurtful. 

Δεν ήθελε να την προσβάλει, αλλά έκανε λάθος και είπε κάτι ακούσια πληγωτικό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store