Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to slip up
01
κάνω λάθος, σφάλλω
to make a mistake
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up
βασικό ρήμα
slip
ενεστώτας
slip up
γ΄ ενικό πρόσωπο
slips up
ενεστώτα μετοχή
slipping up
απλός αόριστος
slipped up
παθητική μετοχή
slipped up
Παραδείγματα
He didn't mean to insult her, but he slipped up and said something unintentionally hurtful.
Δεν ήθελε να την προσβάλει, αλλά έκανε λάθος και είπε κάτι ακούσια πληγωτικό.



























