Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to slip up
[phrase form: slip]
01
κάνω λάθος, σφάλλω
to make a mistake
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up
βασικό ρήμα
slip
ενεστώτας
slip up
γ΄ ενικό πρόσωπο
slips up
ενεστώτα μετοχή
slipping up
απλός αόριστος
slipped up
παθητική μετοχή
slipped up
Παραδείγματα
The actor apologized to the audience after slipping up and forgetting a line in the middle of the play.
Ο ηθοποιός ζήτησε συγγνώμη από το κοινό αφού έκανε λάθος και ξέχασε μια ατάκα στη μέση της παράστασης.



























