Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Slideway
01
ολισθητήρας, κλιτή διόδος
sloping channel through which things can descend
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
slideways
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
slideway
slide
way



























