slicked
Pronunciation
/ˈsɫɪkt/

Ορισμός και σημασία του "slicked"στα αγγλικά

01

λαδωμένος, γυαλισμένος

(of hair) made smooth by applying a sticky or glossy substance
slicked definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most slicked
συγκριτικός βαθμός
more slicked
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store