Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
slicked
01
λαδωμένος, γυαλισμένος
(of hair) made smooth by applying a sticky or glossy substance
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most slicked
συγκριτικός βαθμός
more slicked
διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
slicked
slick



























