to slick down
slick
slɪk
slik
down
daʊn
dawn

Ορισμός και σημασία του "slick down"στα αγγλικά

to slick down
01

λιγίζω, ισοπεδώνω

to smooth and flatten hair, fur, or a similar surface using a liquid product or styling tool 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
down
βασικό ρήμα
slick
ενεστώτας
slick down
γ΄ ενικό πρόσωπο
slicks down
ενεστώτα μετοχή
slicking down
απλός αόριστος
slicked down
παθητική μετοχή
slicked down
Παραδείγματα
She slicked down her hair with gel for a neat look before the event. 

Χάιδεψε τα μαλλιά της με ζελέ για μια τακτοποιημένη εμφάνιση πριν από την εκδήλωση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store