Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Sleeping
01
ύπνος, κοιμάμαι
a state of rest during which the body recovers and conserves energy
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Sleeping is essential for physical and mental recovery.
Ο ύπνος είναι απαραίτητος για τη σωματική και ψυχική ανάκτηση.
02
ύπνος, κοίμηση
the suspension of consciousness and decrease in metabolic rate
03
ύπνος, ξεκούραση
quiet and inactive restfulness
sleeping
01
ξαπλωμένος, ξαπλωμένος
lying with head on paws as if sleeping
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most sleeping
συγκριτικός βαθμός
more sleeping
διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
sleeping
sleep



























