Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to sleep together
01
κοιμόμαστε μαζί, κάνω έρωτα
to engage in sexual intercourse
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
together
βασικό ρήμα
sleep
ενεστώτας
sleep together
γ΄ ενικό πρόσωπο
sleeps together
ενεστώτα μετοχή
sleeping together
απλός αόριστος
slept together
παθητική μετοχή
slept together
Παραδείγματα
After months of dating, they decided to sleep together for the first time.
Μετά από μήνες γνωριμίας, αποφάσισαν να κοιμηθούν μαζί για πρώτη φορά.



























