to sleep together
sleep
ˈsli:p
slip
to
ge
ge
ge
ther
ðə
dhē

Ορισμός και σημασία του "sleep together"στα αγγλικά

to sleep together
01

κοιμόμαστε μαζί, κάνω έρωτα

to engage in sexual intercourse 
to sleep together definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
together
βασικό ρήμα
sleep
ενεστώτας
sleep together
γ΄ ενικό πρόσωπο
sleeps together
ενεστώτα μετοχή
sleeping together
απλός αόριστος
slept together
παθητική μετοχή
slept together
Παραδείγματα
After months of dating, they decided to sleep together for the first time. 

Μετά από μήνες γνωριμίας, αποφάσισαν να κοιμηθούν μαζί για πρώτη φορά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store