Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to sleep together
[phrase form: sleep]
01
κοιμόμαστε μαζί, κάνω έρωτα
to engage in sexual intercourse
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
together
βασικό ρήμα
sleep
ενεστώτας
sleep together
γ΄ ενικό πρόσωπο
sleeps together
ενεστώτα μετοχή
sleeping together
απλός αόριστος
slept together
παθητική μετοχή
slept together
Παραδείγματα
The couple faced challenges but managed to work through them, strengthening their bond before choosing to sleep together.
Το ζευγάρι αντιμετώπισε προκλήσεις αλλά κατάφερε να τις ξεπεράσει, ενισχύοντας τον δεσμό τους πριν επιλέξουν να κοιμηθούν μαζί.



























