to sleep together
Pronunciation
/slˈiːp təɡˈɛðɚ/

Ορισμός και σημασία του "sleep together"στα αγγλικά

to sleep together
[phrase form: sleep]
01

κοιμόμαστε μαζί, κάνω έρωτα

to engage in sexual intercourse
to sleep together definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
together
βασικό ρήμα
sleep
ενεστώτας
sleep together
γ΄ ενικό πρόσωπο
sleeps together
ενεστώτα μετοχή
sleeping together
απλός αόριστος
slept together
παθητική μετοχή
slept together
Παραδείγματα
The couple faced challenges but managed to work through them, strengthening their bond before choosing to sleep together.
Το ζευγάρι αντιμετώπισε προκλήσεις αλλά κατάφερε να τις ξεπεράσει, ενισχύοντας τον δεσμό τους πριν επιλέξουν να κοιμηθούν μαζί.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store