Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to sleep over
[phrase form: sleep]
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
over
βασικό ρήμα
sleep
ενεστώτας
sleep over
γ΄ ενικό πρόσωπο
sleeps over
ενεστώτα μετοχή
sleeping over
απλός αόριστος
slept over
παθητική μετοχή
slept over
Παραδείγματα
We decided to sleep over at the campground to make the most of our weekend in nature.
Αποφασίσαμε να περάσουμε τη νύχτα στο κάμπινγκ για να αξιοποιήσουμε στο έπακρο το σαββατοκύριακό μας στη φύση.



























