to sleep over
Pronunciation
/slˈiːp ˈoʊvɚ/

Ορισμός και σημασία του "sleep over"στα αγγλικά

to sleep over
[phrase form: sleep]
01

διανυκτερεύω, μένω για τη νύχτα σε κάποιον

to stay at a place overnight
to sleep over definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
over
βασικό ρήμα
sleep
ενεστώτας
sleep over
γ΄ ενικό πρόσωπο
sleeps over
ενεστώτα μετοχή
sleeping over
απλός αόριστος
slept over
παθητική μετοχή
slept over
Παραδείγματα
We decided to sleep over at the campground to make the most of our weekend in nature.
Αποφασίσαμε να περάσουμε τη νύχτα στο κάμπινγκ για να αξιοποιήσουμε στο έπακρο το σαββατοκύριακό μας στη φύση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store