to sleep over
sleep
ˈsli:p
slip
o
əʊ
ew
ver
sleepover

Ορισμός και σημασία του "sleep over"στα αγγλικά

to sleep over
01

διανυκτερεύω, μένω για τη νύχτα σε κάποιον

to stay at a place overnight 
to sleep over definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
over
βασικό ρήμα
sleep
ενεστώτας
sleep over
γ΄ ενικό πρόσωπο
sleeps over
ενεστώτα μετοχή
sleeping over
απλός αόριστος
slept over
παθητική μετοχή
slept over
Παραδείγματα
She offered to let us sleep over at her apartment since it was too late to find a hotel. 

Προσφέρθηκε να μας αφήσει να διανυκτερεύσουμε στο διαμέρισμά της, αφού ήταν πολύ αργά για να βρούμε ξενοδοχείο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store