Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to sleep in
01
ξυπνάω αργά, κοιμάμαι περισσότερο
to stay in bed and sleep for a longer period than one typically would, especially in the morning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
in
βασικό ρήμα
sleep
ενεστώτας
sleep in
γ΄ ενικό πρόσωπο
sleeps in
ενεστώτα μετοχή
sleeping in
απλός αόριστος
slept in
παθητική μετοχή
slept in
Παραδείγματα
I like to sleep in on weekends and enjoy a leisurely morning.
Μου αρέσει να κάνω υπερπροσπάθεια τα σαββατοκύριακα και να απολαμβάνω μια χαλαρή πρωινή.
02
κοιμάμαι στον χώρο εργασίας, διανυκτερεύω στη δουλειά
to sleep at one's workplace, often due to overnight shifts, emergencies, etc.
Παραδείγματα
The housekeeper has been happily sleeping in the staff accommodations for years.
Η νοικοκυρά κοιμάται στη θέση ευτυχισμένη στους χώρους διαμονής του προσωπικού για χρόνια.



























