Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to sleep
01
κοιμάμαι, ξεκουράζομαι
to rest our mind and body, with our eyes closed
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
ενεστώτας
sleep
γ΄ ενικό πρόσωπο
sleeps
ενεστώτα μετοχή
sleeping
απλός αόριστος
slept
παθητική μετοχή
slept
Παραδείγματα
After a long day of work, I like to relax and sleep to recharge my energy.
Μετά από μια μακρά μέρα δουλειάς, μου αρέσει να χαλαρώνω και να κοιμάμαι για να επαναφορτίσω την ενέργειά μου.
02
φιλοξενώ, διαμένω
to provide lodging or a place to spend the night for a specified number of people
Transitive: to sleep a number of people
Παραδείγματα
The hotel can sleep up to 200 guests in its various rooms and suites.
Το ξενοδοχείο μπορεί να φιλοξενήσει έως και 200 επισκέπτες στα διάφορα δωμάτια και σουίτες του.
03
κοιμάμαι, ξεκουράζομαι
to become quiet or inactive for a period of rest
Παραδείγματα
New York is famous as the city that never sleeps.
Sleep
01
ύπνος, κοιμάμαι
the natural state of resting that involves being unconscious, particularly for several hours every night
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Adequate sleep is essential for maintaining good physical and mental health.
Ο επαρκής ύπνος είναι απαραίτητος για τη διατήρηση της καλής σωματικής και ψυχικής υγείας.
02
υπνηλία, νωθρότητα
a torpid state resembling deep sleep
03
αιώνιος ύπνος, αιώνια ανάπαυση
euphemisms for death (based on an analogy between lying in a bed and in a tomb)
04
ύπνος
a period of time spent sleeping
Λεξικό Δέντρο
oversleep
sleeper
sleeping
sleep



























